Οι περιπλανώμενες ψυχές του Αγίου

Εκτύπωση

5 Δεκεμβρίου 2002
Από μακριά, βλέπω να πλησιάζουν οι νεκροφόρες που μεταφέρουν τα πτώματα των προσφύγων που βρέθηκαν δέκα μέρες μετά από το ναυάγιο. Σ’ αυτά τα έξι φέρετρα κείτονται τα άψυχα κορμιά τριών ενηλίκων και τριών παιδιών.

Πλησιάζω και ανακαλύπτω με φρίκη τα παραμορφωμένα πρόσωπα τους, μαυρισμένα από τη μανία των κυμάτων πάνω στα βράχια. Μου αγγίζουν την ψυχή τα αγγελικά πρόσωπα των παιδιών, διακρίνω την μύτη τους και τα αυτιά τους μισοφαγωμένα από τα ψάρια, από τα καβούρια, από τους γλάρους, από τις μύγες.

Αρνούμαι να φανταστώ αυτά τα κοριτσάκια ηλικίας τριών, πέντε, δέκα χρονών, να παίζουν, να σκάνε στα γέλια, να κλαίνε, με λίγα λόγια να ζουν. Νεκρές πριν καλά καλά ζήσουν, πριν ανταλλάξουν το πρώτο τους φιλί, πριν γευτούν τον έρωτα. Δεν θέλω να ακούσω τις φωνές τους, τα γέλια τους, δηλαδή δεν θέλω να τις φανταστώ ζωντανές, για να μην τις βλέπω ξαπλωμένες στο λευκό φέρετρο τους, για να μην ζω αυτό που αυτή την στιγμή ζω. Το να θάβεις παιδιά είναι οδυνηρό κι ας μην είναι δικά σου.

Δίπλα στα παιδικά φέρετρα υπάρχουν ένας άνδρας και δύο γυναίκες. Κρατώ στα χέρια μου φωτογραφίες που έχουν διασωθεί από την θάλασσα, μια φωτογραφία δείχνει το γάμο του ανδρόγυνου. Το τρίχρονο κοριτσάκι πρέπει να είναι η κόρη τους, τους μοιάζει, παρά τα αλλοιωμένα πρόσωπα τους. Θα ήθελα να τοποθετήσω τους γονείς στο ίδιο φέρετρο και να ακουμπήσω απαλά στην αγκαλιά τους την μικρούλα για να μην αισθάνεται τόσο μόνη σ’αυτήν την παγωμένη κάσσα.

Ο Κώστας και ο Μοχαμεντί που με συνοδεύουν, είναι και αυτοί συντετριμμένοι, κάνουμε μια μικρή τελετή με την βοήθεια του Μοχαμεντί, πρέπει να βιαστούμε γιατί οι βρωμόμυγες πλημμυρίζουν τα γυμνά κορμιά. Είναι και αυτή η μυρωδιά του θανάτου που εμποτίζει το στόμα μου.

Συλλογίζομαι τον άγνωστο παππού μου, το Λευτέρη που ήταν κι αυτός πρόσφυγας. Δεν είχα δει ποτέ νεκρό μέχρι τα τριάντα μου. Ο πρώτος μου νεκρός, ήταν η γιαγιά μου που έσβησε στα εκατό της χρόνια, αλλά στην ουσία δεν πέθανε, αποκοιμήθηκε για την αιωνιότητα. Τοποθέτησα τότε ένα μπουκάλι μαυροδάφνη που τόσο της άρεσε, για να το πάρει μαζί της.

Από τότε, έχω παραβρεθεί σε μια δεκαπενταριά κηδείες προσφύγων. Παρευρίσκομαι σ’ αυτές τις κηδείες για να μην θάβονται σα τα σκυλιά μόνοι τους χωρίς καν προσευχή. Νομίζω πως οι μανάδες τους, θα είναι λιγότερο στεναχωρημένες αν ξέρουν πως τους κάνουμε μια απλή έστω τελετή. Όταν δε με συνοδεύει ο Μοχαμεντί, τους λέω εγώ το πάτερ ημών στα γαλλικά, ας είναι καλά οι καλόγριες του Βελγίου.

Τις αιτίες της προσφυγιάς, της αναγκαστικής μετανάστευσης, τις ξέρετε και σεις.

Δεν θα σας μιλήσω για τον εικοσάχρονο Ιρακινό με τα πόδια ξεριζωμένα από τις νάρκες, που διέσχισε τα βουνά πάνω στην πλάτη του ξαδέλφου του, ούτε για την άγνωστη που μας έστειλε από την Αθήνα ένα αναπηρικό καροτσάκι ούτε για τον άγνωστο Αθηναίο που τους φιλοξένησε. Δεν θα σας μιλήσω για την Κούρδισα μάνα που έχασε τα τρία από τα πέντε της παιδιά μέσα στα κρύα νερά του Αιγαίου – την ακούω ακόμα να μοιρολογεί και να μου ψιθυρίζει: ¨ Κισμέτ Κισμέτ¨.

Ούτε θα αναφερθώ στην Ιρακινή μητέρα που απελάθηκε κρυφά, με τα δυο μικρά παιδιά της. Δεν θα σας πω για τους εκατοντάδες αρρώστους που συνοδεύαμε με την Όλγα στο νοσοκομείο. Μήτε θα ουρλιάξω  για τον ύπουλο πόλεμο που μου κήρυξαν για να με φιμώσουν γιατί εμπόδιζα τις παράνομες απελάσεις τους. Δεν θα σχολιάσω τα ειρωνικά σχόλια των δήθεν αντιρατσιστών, τους οποίους παρεμπιπτόντως ευχαριστώ ιδιαιτέρως γιατί μου δίνουν την δύναμη να πεισμώνω και να μένω πιστή στις αρχές μου.

Το μόνο που θέλω να σας μεταφέρω, είναι τις ανησυχίες μου σχετικά με τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην χώρα μας.

5 Δεκεμβρίου 2004,    πάλι βρίσκομαι στο κοιμητήριο του Αγίου Παντελεήμονα, τι σύμπτωση!

Με τον Μοχαμεντί συνοδεύουμε δύο αμούστακα παλικάρια. Η λάσπη πάλι κολλάει στα παπούτσια μου. Το μέρος που θάβονται οι πρόσφυγες είναι ένας παλιός ομαδικός τάφος, όπου στην Κατοχή, θάβονταν οι Μυτιληνιοί που πεθαίνανε από την πείνα. Βλέπω να πετάγονται κόκαλα λιωμένα μες το χώμα.

Θεέ μου και αυτή η λάσπη να κολλάει στα παπούτσια μου !

Πλησιάζω τους εφήβους κι αφαιρώ τα φύκια από τα πρόσωπα τους. Αστραπιαία περνάει από το μυαλό μου η εικόνα του εικοσάχρονου ανιψιού μου. Ανατριχιάζω, σβήνω αυτή την απαίσια εικόνα, πετάγομαι στο διπλανό μαρμαρένιο τάφο και κόβω τέσσερα λευκά γαρίφαλα για τα άγνωστα παιδιά από το Αφγανιστάν.

Λέτε να με συγχωρέσει ο Θεός που έκλεψα τα γαρίφαλα; Δεν ξέρω. Πάντως εγώ, δεν τον συγχωρώ που δημιούργησε τόσο άσπλαχνο κόσμο.

Κάνουμε την λιτή μας τελετή και φεύγουμε πάλι με την γεύση του θανάτου στο στόμα. Φτύνω, ξαναφτύνω και σκουπίζω τα λασπωμένα παπούτσια μου. Ας απομακρυνθούμε απ’ αυτόν τον τόπο. Άντε γρήγορα να πάω σπίτι και να μην ξεχάσω την αδερφή μου. Σήμερα 5 Δεκεμβρίου έχει γενέθλια, τι σύμπτωση!

Ευτυχώς, την άλλη μέρα 6 Δεκεμβρίου, χρειάστηκε να φιλοξενήσω δύο οικογένειες προσφύγων, τους οποίους έδιωξαν από το ¨μεσαιωνικό¨ καταυλισμό στις έξι παρά δέκα, ενώ ήξεραν καλά ότι το πλοίο για Αθήνα αναχωρεί στις έξι. Τα ξενοδοχεία της προκυμαίας αρνήθηκαν να τους νοικιάσουν δωμάτιο, ενώ είχαν χρήματα να πληρώσουν. Καλύτερα να είσαι Ιάπωνας τουρίστας παρά Αφγανός πρόσφυγας!

Την άλλη μέρα το πρωί, κατεβαίνω να φωνάξω τους καλεσμένους μου για πρωινό. Μπαίνοντας, βλέπω την εφτάχρονη Αϊσά, να χορεύει και να σιγοτραγουδάει μπροστά στον καθρέπτη . Της χαμογελώ, μου χαμογελάει και αυτό μου αρκεί για να σβήσω το νεκροταφείο, τις λάσπες ανακατεμένες με τα οστά των θυμάτων του φασισμού, την γεύση του θανάτου. Χάρη στο χαμόγελο σου, μικρή μου Αϊσά, μια καινούργια μέρα ανατέλλει.

Υ.Γ Την άνοιξη, μόλις ανθίσουν οι ανεμώνες, θα επιστρέψω τα άνθη που δανείστηκα από το διπλανό τάφο.
Δρακούλα Ειρήνη
Μέλος και υπεύθυνη της Διεθνούς Αμνηστίας
Μέλος της Συνύπαρξης και της Επικοινωνίας στο Αιγαίο.
Απόσπασμα από το Βιβλίο του Γ. Δρακούλα “ Εγώ, ο Έλληνας μετανάστης”

Copyright © 2005 - 2017 lathra.
Sunday the 24th. Free Joomla Templates by Joomla 2.5 Templates. ΛΑΘΡΑ; Επιτροπή αλληλεγγύης στους Πρόσφυγες Χίου www.lathra.gr