Αφηγήσεις Προσφύγων

Εκτύπωση
"Έφυγα νύχτα από λιμάνι της Συρίας με προορισμό την Ευρώπη. Ιταλία έλεγαν ότι θα φτάναμε. Για μένα δεν είχε σημασία που, αρκεί να γλιτώσω. Ήξερα ότι αν έμενα πίσω δεν είχα ελπίδα. Μαζί με άλλους που δεν γνώριζα μας έβαλαν βιαστικά σε ένα πλοιάριο.
Το σκοτάδι πίσσα.
Μετά από μιάμιση ώρα περίπου συναντήσαμε ένα μεγάλο πλοίο στον οποίο μας ανέβασαν έναν προς ένα. Μας έκρυψαν στ’ αμπάρια. Με έβαλαν μόνο μου μέσα σε ένα κλειστό χώρο. Μια φορά την ημέρα μου έφερναν μια σταλιά νερό ή λίγο βρεμένο ψωμί, ίσα-ίσα για να αντέχω. Πρέπει να ταξιδεύαμε έτσι 9 μέρες. Εννοείται ότι ούτε μια στιγμή σ’ όλο αυτό το διάστημα δεν είδαμε το φως της μέρας.
Κάποια στιγμή- μεσοπέλαγα θα ήμασταν-μας έβγαλαν από τις κρυψώνες και μας κατέβασαν γρήγορα γρήγορα σε μια μικρή βάρκα που περίμενε εκεί. Ήταν και πάλι νύχτα. Δεν βλέπαμε καν τα πρόσωπα ο ένας του άλλου. Είχε τρικυμία κι έβρεχε. Για δύο ώρες περίπου ταξιδεύαμε.
Ξαφνικά μεγάλοι προβολείς ενός σκάφους λιμενικού έπεσαν πάνω μας. Βλέποντάς τα ο οδηγός της βάρκας άρπαξε τη μηχανή και βούτηξε στη θάλασσα. Το σκάφος του λιμενικού μας πλησίασε. Αρχίσαμε να φωνάζουμε βοήθεια και να κλαίμε. Το σκάφος απομακρύνθηκε. Τα κύματα ήταν πελώρια.
Η βάρκα μας γέμιζε νερά. Βγάλαμε τα ρούχα μας και τα κάναμε κουβάδες για να αδειάσουμε το νερό. Οι γυναίκες που ήταν μαζί μας δεν σταμάτησαν να κλαίνε. Μείναμε ακυβέρνητοι για 2 ώρες περίπου. Πάνω στην απελπισία μας κι ενώ είχαμε σχεδόν πιστέψει ότι θα πνιγόμασταν σκεφτήκαμε να βάλουμε φωτιά σε κάποια ρούχα και κουνώντας τα να ειδοποιήσουμε όποιον μπορούσε να μας δει ότι διατρέχαμε κίνδυνο.
Το σκάφος του λιμενικού μας πλησίασε ξανά. Μας ανέβασαν πάνω. Τότε εγώ από την εξάντληση λιποθύμησα.
Ξύπνησα στο νοσοκομείο της Χίου.
Είχα σωθεί."

Την ιστορία μας αφηγήθηκε πρόσφυγας από τη Σομαλία που συνελήφθη στη Χίο ως "Λαθρομετανάστης"


"Κάθε φορά, που ηχούσαν οι σειρήνες κρυβόμασταν όπου βρίσκαμε. Κάτω απ' το τραπέζι, το κρεβάτι... Μέναμε εκεί πολλές φορές και δυο ώρες. Τι συζητούσαμε όλη εκείνη την ώρα δε θυμάμαι. Μικρό κοριτσάκι ήμουνα, ίσα με πέντε χρονών. Θυμάμαι όμως το φόβο της μάνας μου, που τον έβλεπα στα μάτια της.
Λίγο καιρό μετά μας είπαν οι γονείς πως θα φεύγαμε. Το 'χανε κανονίσει να μας φυγαδεύσουνε μ' ένα καϊκι. Η μάνα μου είχε αρχίσει να πουλά ό,τι είχε και βρισκότανε. Τα προικιά της, τα χρυσά της, όλα. Σα θα φεύγαμε επουλήσαμε και τα έπιπλα. Τα θυμάμαι, σα να 'ναι τώρα, συγκεντρωμένα στη μέση του δωματίου. Ήρθε ένας και τα πήρε και το σπίτι απόμεινε άδειο...
Άδικος κόπος ... Δε φύγαμε τελικά. Φυλούσαν τα παράλια και το ταξίδι ακυρώθηκε. Εκείνο το βράδυ η μάνα δε μίλαγε. Κρυφόκλαιγε και μες στο σπίτι κάτι τα πλάκωνε όλα και τις ψυχές μας μαζί. Τη νύχτα εκείνη κοιμηθήκαμε στο πάτωμα μες στο άδειο δωμάτιο..."


Η αφήγηση αφορά σε μια οικογένεια προσφύγων στη Χίο, το 1940 επί γερμανικής κατοχής. Οι μνήμες είναι ακόμα ζωντανές. Ο τρόμος, η απελπισία, η ελπίδα ταξιδεύουν στο χρόνο, δε γνωρίζουν πρόσωπα και φυλές. Η ανθρώπινη ψυχή μένει πάντα η ίδια. Αυτό που μοιάζει απόμακρο, αδιάφορο ίσως να 'ναι ένα κομμάτι του εαυτού μας που το 'χουμε λησμονήσει.

Σαν ηχούν οι σειρήνες του πολέμου και οι κραυγές της απόγνωσης, ο κόσμος δεν μπορεί να 'χει σύνορα...


ΛΑΘΡΑ - ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2004
Copyright © 2005 - 2017 lathra.
Thursday the 23rd. Free Joomla Templates by Joomla 2.5 Templates. ΛΑΘΡΑ; Επιτροπή αλληλεγγύης στους Πρόσφυγες Χίου www.lathra.gr