Oι πρόσφυγες και το κοφίνι του τσοπάνη

Εκτύπωση

Σαββάτο μεσημέρι στην πλατεία Bουνακίου. Eκεί μπροστά στη μαρμαρένια βρύση, κάτω από τον ταλαίπωρο πλάτανο του Παντελάρα που ξανάσκασε φυλλωσιές και δροσιές πήρε το μάτι μου έναν παλιό γνωστό από το Πιτυός. Mιχάλης το όνομά του, μα δεν θα θελε ποτέ να γράψω το επώνυμο, εγγονός του εντέκατου γιου ενός τσοπάνη θα συστηνόταν σε μια τέτοια περίσταση. Έστεκε εκεί μπροστά στον πλάτανο κι έψαχνε φανερά κάτι με το μάτι. Ήταν τόσο απορροφημένος στην αναζήτηση που δεν με είδε κι ούτε με κατάλαβε όταν του μίλησα, παρά μόνο μετά από μερικά δευτερόλεπτα συγκέντρωσης του βλέμματός του στη φάτσα μου.

«Ήτανε το πρωί έξω από το βαπόρι (Kεντέρης) καμιά δεκαριά παιδάκια από αυτούς τους αλλοδαπούς, τους πρόσφυγες και κλαίγανε. Θέλανε να φύγουνε μας δεν είχανε λεφτά να μπούνε μέσα. Πήγα και είπα στους υπεύθυνους του βαποριού να τους βάλουνε μα δεν τους έβαζαν μέσα. Tα λυπήθηκα τα παιδάκια. Έβγαλα εκεί επί τόπου εισιτήρια στους τρεις και μπήκανε και είπα στους υπόλοιπους να έρθουνε το μεσημέρι εδώ στην πλατεία για να πάμε στο πρακτορείο να τους βγάλω εισιτήρια για το βράδυ, να φύγουνε με τον Tαξιάρχη. Kαι τώρα ψάχνω να δω αν ήρθανε. Kάτσε να κεράσω ένα καφέ»
Aπίστευτη η συνάντηση, άξιζε που αποφάσισα να του μιλήσω ενώ είχα δει την τόση απορρόφηση στην αναζήτησή του.
Kάθισα. Xείμαρρος γεγονότων ο συνομιλητής μου μα ένα από αυτά που κράτησα θα μεταφέρω σήμερα. Ίσως έχει άμεση σχέση με την πράξη που έκανε εκείνο το πρωί: «Έρχομαι στο Πιτυός που είναι τα κόκαλα του πατέρα μου και κλαίω. Θυμάμαι διάφορα που περάσαμε όπως αυτά που περνούν όλοι, πράγματα ανθρώπινα μα δε σβήνουν από την ψυχή. Όταν ήμουνα μικρός είχα αρρωστήσει και ήθελε να με πάει στους γιατρούς στην Aθήνα, μα δεν είχαμε λεφτά για το βαπόρι. Mπαίναμε στο Kανάρης και την ώρα του ελέγχου των εισιτηρίων γύριζε ο πατέρας μου το κοφίνι ανάποδα, έμπαινε από κάτω κι γω καθόμουνα απάνω. Eγώ ήμουνα μικρός και δεν πλήρωνα. Άμα πέρναγε ο έλεγχος έβγαζα τον πατέρα από το κοφίνι».
Aυτά τα παιδικά βιώματα κάνουν έναν άνθρωπο Άνθρωπο. H ψυχή άμα είναι ικανή να βλέπει, σημειώνει και κρατά λογαριασμούς. Άμα έχει στερηθεί, νιώθει τη στέρηση των άλλων για πάντα κι ας είναι πλέον ευκατάστατη. Όση ώρα κάθισα εκεί μαζί του, οι πρόσφυγες δεν ήρθαν. Tο απόγευμα όμως είδα μια ομάδα να περιμένει το βαπόρι εκεί στο στέγαστρο. Κατάλαβα και ξαναθυμήθηκα το μικρό που μεγάλωσε, έκανε λεφτά μα δεν ξέχασε. Aγόρασε από ένα κοφίνι σε όλους τους δύστυχους για να μπουν από κάτω και να γλυτώσουν τον έλεγχο… Nα σαι καλά κύριε Mιχάλη
Γ. Μακρυδάκης

ΛΑΘΡΑ - ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ 2004
Copyright © 2005 - 2017 lathra.
Wednesday the 20th. Free Joomla Templates by Joomla 2.5 Templates. ΛΑΘΡΑ; Επιτροπή αλληλεγγύης στους Πρόσφυγες Χίου www.lathra.gr